twitter youtube google

ΑΡΘΡΑ

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013 21:22
Εκτύπωση

Λίγα λόγια για τον Κάμπο της Χίου
Ο Κάμπος είναι μια πεδινή έκταση που απλώνεται κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Χίου νότιας της πόλης και ο μοναδικός κήπος εσπεριδοειδών στο κέντρο του νησιού. Είναι μάλιστα τόσο μεγάλος(έχει μήκος 6 χιλιόμετρα και πλάτος 1,5 χιλιόμετρο), όσο και η ιστορία που τον συνοδεύει. Πρόκειται για έναν τόπο γεμάτο περιβόλια εσπεριδοειδών, παλιά αρχοντικά σπίτια και πυκνό, πολύπλοκο δίκτυο μικρών δρόμων. Διασχίζεται από δύο χειμάρρους και μικρά ρυάκια, γεγονός που τον καθιστά ως μια από τις πιο εύφορες περιοχές του νησιού. Η περιοχή αναπτύχθηκε περιαστικά του Κάστρου της Χίου από τους Γενοβέζους κατακτητές του νησιού, κατά τον 14ο αιώνα, χρονολογία που αποτέλεσε και το χρόνο άφιξης των εσπεριδοειδών στο νησί.

 

Πώς ξεκίνησε η καλλιέργεια εσπεριδοειδών
Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών δεν ξεκίνησε ούτε από τους Χιώτες, ούτε από τους Γενοβέζους. Ο αρχικός τόπος καταγωγής τους είναι οι θερμές, υγρές, τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας, οι Ινδίες, η Ινδοκίνα, η Ινδονησία και κυρίως η Νότια Κίνα.
Αργότερα, οι περισσότερες ποικιλίες εσπεριδοειδών καλλιεργούνται και εξαπλώνονται στη λεκάνη της Μεσογείου, όπου τα έφεραν οι Άραβες μαζί με τις κατακτήσεις τους. Τον 11ο αιώνα οι ίδιοι διαδίδουν τα εσπεριδοειδή στη Σικελία και από εκεί στην υπόλοιπη Ιταλική Χερσόνησο, όπου τα γνωρίζουν οι μετέπειτα κατακτητές του νησιού μας, Γενοβέζοι, οι οποίοι και τα φέρνουν, όπως προαναφέραμε, στη Χίο, όπου και δοκιμάζουν με μεγάλη επιτυχία την καλλιέργειά τους. Τον 15ο αιώνα Πορτογάλοι θαλασσοπόροι φέρνουν μια πιθανόν άγνωστη μέχρι τότε ποικιλία πορτοκαλιών από την Κίνα.
Η μανταρινιά, αν και ήταν γνωστή από πολύ νωρίς στην Κίνα και την Ιαπωνία καθυστέρησε να φτάσει στην περιοχή μας. Το πρώτο δέντρο μανταρινιάς το έφεραν αγγλικά ιστιοφόρα στη Μάλτα το 1805 και έπειτα απ’ εκεί διαδόθηκε σ’ όλη τη Μεσόγειο. Στην Ελλάδα η μανταρινιά έφτασε το 1829 και στη Χίο μετά το 1850.
Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών στη Χίο, η οποία στην πορεία των αιώνων εξελίχτηκε σε βασική πηγή πλούτου και φήμης για το νησί και τους εμπόρους του.
Σύμφωνα μάλιστα με τον λογοτέχνη Κώστα Ουράνη, και συγκεκριμένα στο έργο του Ελλάδα,η Χίος χάρη στο εμπόριο των εσπεριδοειδών και του μαστιχιού παρουσίαζε μια εικόνα ευδαιμονίας και αρχοντιάς τον καιρό που η Ελλάδα ήταν υπό το ζυγό των Τούρκων και στο φτωχό της έδαφος ζούσε με μόχθο και ραγιάδικη μοιρολατρία.

 

 

Διαδικασία καλλιέργειας των εσπεριδοειδών
Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών αρχίζει κυρίως τον Φεβρουάριο με μια από τις βασικότερες εργασίες το καθάρισμα του περιβολιού από τα χόρτα και τα ζιζάνια.
Ακολουθεί η λίπανση με ζωικής προέλευσης λιπάσματα. Από το Μάρτιο έως και τα μέσα Μαΐου είναι η εποχή του κλαδέματος, εργασία που απαιτεί έμπειρους τεχνίτες, διότι η υγεία του δέντρου και των καρπών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το καλό κλάδεμα.
Τον Ιούνιο αρχίζουν τα ποτίσματα στα ψηλότερα τμήματα του Κάμπου και αργότερα στα χαμηλότερα. Τα πιο στεγνά εδάφη ποτίζονται κάθε 12-13 ημέρες, ενώ 1 φορά το μήνα τα πιο υγρά. Στο πρώτο πότισμα δίνουν λίγο νερό στα δέντρα, ενώ στο δεύτερο πότισμα αρκετό. Εκτός αυτού βρέχουν και τα στεγνά μέρη με ένα φτυάρι για να μαλακώσει το χώμα, ώστε να ακολουθήσει το σκάψιμο του περιβολιού. Τα ποτίσματα διαρκούν μέχρι και τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη, καμιά φορά και του Νοέμβρη. Μαζί με τα ποτίσματα γίνεται και η λίπανση ή αλλιώς «σερμπέτι», όπως το λένε οι Καμπούσοι, με κοπριά την οποία λιώνουν οι περιβολάρηδες, καθώς κυλάει το νερό στο αυλάκι. Σήμερα βέβαια τα περισσότερα περιβόλια δεν ποτίζονται με το παραδοσιακό τρόπο των αυλακιών, αλλά με λαστιχάκια.
Η κύρια συγκομιδή των εσπεριδοειδών γίνεται από το Νοέμβριο έως το Μάρτιο. Παρόλα αυτά ακόμη και τον Αύγουστο κάποιες λεμονιές παράγουν καρπούς.

 

Μαρτυρίες ξένων περιηγητών για τα εσπεριδοειδή της Χίου
Η πρώτη γραπτή μαρτυρία που αναφέρεται σε εξαγωγές χιακών εσπεριδοειδών προκύπτει από συμβόλαιο της 11ης Ιανουαρίου 1474 που φυλάσσεται στα αρχεία της πόλης της Γένοβας, δηλαδή της πόλη καταγωγής των κατακτητών μας Γενουατών, η οποία κάνει λόγο για εξαγωγές εσπεριδοειδών προς την Ιταλική πόλη Σαβόνα.
Ο Γάλλος περιηγητής NicolasdeNikolay περιγράφει το 1551 τα προϊόντα της Χίου ως αυτόπτης μάρτυρας. Από τις μαρτυρίες του μας δίνεται η ιδέα πως η οικονομία του νησιού μας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην καλλιέργεια εσπεριδοειδών, αφού μιλάει για πορτοκάλια, λεμόνια, νεράντζια, ρόδια, καθώς επίσης και για κίτρα και γλυκολέμονα.
Ο JeanChesneau, που ήταν γραμματέας του Γάλλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη D’ Aramon, περιοδεύοντας μαζί του στο Αιγαίο επισκέπτεται τη Χίο και δηλώνει το 1553 μαγεμένος από την ομορφιά του νησιού, πως τα περιβόλια είναι κάτι το απερίγραπτο και είναι ανώτερα ακόμα και από του αρχαίους κήπους. Εκφράζει μάλιστα την άποψη πως είναι ευτυχία για έναν άνθρωπο να δει και να θαυμάσει τα χιώτικα περιβόλια.
Το 1605 oHenrideBeuvau, ακόλουθος του πρεσβευτή της Γαλλίας στη Βασιλεύουσα εντυπωσιάζεται από τη μεγάλη παραγωγή πορτοκαλιών και λέει πως τα πορτοκάλια στη Χίο είναι τόσα πολλά που στύβονται, αποθηκεύονται οι χυμοί τους σε βαρέλια και στέλνονται στην Πόλη και σε άλλα μέρη.
OJeandeContautBiron, barondeSalignac, μας δίνει επιπλέον πληροφορίες για την αφθονία του νησιού σε εσπεριδοειδή λέγοντας πως η Χίος στο β΄ μισό του 18ου αιώνα είχε τη δυνατότητα να προμηθεύσει όλη την Ανατολή με πορτοκάλια, κίτρα, λεμόνια και πως οι κάτοικοι εξήγαγαν τόσο μεγάλη ποσότητα χυμού, που γέμιζαν βαρέλια ολόκληρα.
Ο Γερμανός Θεολόγος, JohannMichaelWansleben, από την πλευρά του, μας αποκαλύπτει τη ζήτηση των χιώτικων φρούτων, αφού γράφει πως στις 27-1-1674 ταξίδεψε με καράβι που μετέφερε λεμόνια από τη Χίο στη Σμύρνη, επειδή στην πάλαι ποτέ νύφη της Ιωνίας υπήρχε έλλειψη.

 

Μέσα 18ου – τέλη 19ου αιώνα και η εισαγωγή των μανταρινιών
Το 1747 ο JulienGallandαναφέρθηκε στο μεγάλο εισόδημα που προσκόμιζαν κάθε χρόνο τα εσπεριδοειδή στο νησί και μας δίνει μια ιδέα για το πώς συλλεγόταν τότε ο καρπός, πώς συσκευαζόταν και πού πουλιόταν: Τα πορτοκάλια, τα κίτρα και τα λεμόνια αποτελούν μεγάλο εισόδημα για το νησί το οποίο ανέρχεται ανά έτος τις τετρακόσες πενήντα χιλιάδες λίρες, άρα συνειδητοποιούμε το κέρδος των εμπόρων. Οι καλύτεροι καρποί οδηγούνται στην Πόλη, ενώ οι κατώτερης ποιότητας στη Σμύρνη πριν σαπίσουν, δηλαδή σε διάστημα μια με δύο ημερών. Τα πορτοκάλια φτάνουν τα 300 φράγκα η χιλιάδα και τα λεμόνια το μισό. Πολλές φορές σε περίπτωση κακοκαιρίας η τιμή τους διπλασιάζεται, αλλά υπάρχουν και απώλειες, αφού πολλοί καρποί σαπίζουν λόγω του μεγάλου ταξιδιού.
Την περίοδο 1803-1806 άρχισε σιγά-σιγά και η Ρωσία να προμηθεύεται καρπούς.
Δυστυχώς την άνοιξη του 1822 το εμπόριο των εσπεριδοειδών θα σταματήσει λόγω της μεγάλης Σφαγής και της ολοκληρωτικής καταστροφής της Χίου. Μετά το 1832 άρχισε ξανά σιγά σιγά το εμπόριο των εσπερειδοειδών.
Την 11η και 12η Ιανουαρίου του 1850 ο παγετός ή καύτρια που έπληξε το νησί κατέστρεψε μέχρι τη ρίζα σχεδόν όλα τα περιβόλια.
Εκείνη την εποχή, σύμφωνα με μαρτυρία του εγγονού του, φέρνει στη σκλαβωμένη στους Οθωμανούς Χίο τις πρώτες μανταρινιές ο Γιάννης Χωρέμης, που είχε ιδρύσει στην Αίγυπτο μεγάλη εμπορική εταιρεία. Στην Ελλάδα οι μανταρινιές έχουν ήδη έρθει από το Ρώσο Ναύαρχο Χέυδεν το 1829, και ο οποίος τις δώρισε στον Ποριώτη Μανώλη Τομπάζη. Από το 1850 λοιπόν και μετά οι Χιώτες άρχισαν να μπολιάζουν τις πορτοκαλιές με μανταρινιές, γιατί οι τελευταίες ήταν ανθεκτικότερες στο κρύο.

 

Νέα χρυσή εποχή
Η περίοδος 1860-1917, παρά την αρρώστια των εσπεριδοειδών (άκαρι) στη δεκαετία του 1865-1875, θεωρείται η δεύτερη χρυσή περίοδος του Κάμπου. Οι καρποί των εσπεριδοειδών ήταν η κύρια πηγή πλούτου των εμπόρων και των παραγωγών, οι οποίοι με τον πλούτο που είχαν τότε ήταν κάτι σαν τους σημερινούς εφοπλιστές. Οι συσκευασίες ήταν πολυτελείς με χρωμολιθογραφίες και χρυσοτυπίες στα χαρτιά περιτυλίγματος. Υπήρξε μάλιστα και εποχή που οι καρποί πωλούνταν με το κομμάτι.
Μετά το 1881, όταν έγινε και ο τεράστιος σεισμός που έπληξε ολόκληρο το νησί, οι παλιοί ιδιοκτήτες πούλησαν τα κτήματα τους στους ανθρώπους που τα φρόντιζαν, στους ανεστάτες χωρίς όμως αυτό να χαλάσει το όνομα του Κάμπου.
Κυριότερες χώρες προορισμού των Καμπούσικων εσπεριδοειδών ήταν οι Βαλκάνικες, η Τουρκία, προπαντός όμως η τσαρική Ρωσία. Επίσης, συμπεριλαμβάνονταν η Αυστρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία. Κυριότερα κέντρα του εμπορίου ήταν τα λιμάνια των παρακάτω πόλεων: της Οδησσού, του Ταϊγανίου, της Βάρνας, του Βουκουρεστίου, της Τεργέστης, της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, του Δεδέ Αγάτς (=Αλεξανδρούπολης), της Πόλης, όπως επίσης και της γειτονικής Σμύρνης. Τα προϊόντα μεταφέρονταν σιδηροδρομικώς και σε άλλα μέρη των επικρατειών. Το 1905 ο Θεοδόσιος Τσόκος που εργαζόταν τότε στην Πόλη άκουσε ότι γίνονταν καθημερινά κατανάλωση 1 εκατομμυρίου τεμαχίων χιώτικων μανταρινιών, παρόλο που υπήρχε ανταγωνισμός με τα πορτοκάλια της Γιάφας του Ισραήλ. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι τα περιβόλια της Γιάφας τα είχαν δημιουργήσει Χιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί, και τα οποία τον καιρό εκείνο είχε αποκτήσει τέτοια έκταση η καλλιέργειά τους, που θεωρούνταν τα κύρια προϊόντα του τόπου. Η διάθεση των Καμπούσικων εσπεριδοειδών ήταν τόσο επιτυχημένη τότε με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στα κέντρα διάθεσης τους χιακές κοινότητες με σπουδαία σχολεία και εκκλησίες, που συνέβαλαν στην εθνική αποκατάσταση των σκλαβωμένων Ελλήνων.
To 1911 έχουμε τη μεγαλύτερη εξαγωγή σε κιβώτια(κασάκια) μανταρινιών 147.746 κιβώτια, το 1917 και το 1918 δεν υπάρχει εξαγωγή, ενώ το 1919 εξάγονται μόλις 4.816 κιβώτια και το 1920 11.607.
Σε τεμάχια, η μεγαλύτερη εξαγωγή εσπεριδοειδών πραγματοποιείται το 1924 με περίπου 60.000.000 πορτοκάλια και 85.000.000 μανταρίνια, εκ των οποίων εξήχθησαν 37.00.022 πορτοκάλια αξίας 14.358.000 δρχ. και 40.619.000 μανταρίνια αξίας 12.873.000 δρχ. Τοπικά καταναλώθηκαν 13.000.000 πορτοκάλια και 20.000.000 μανταρίνια αξίας 2.100.000 δρχ. και 2.000.000 αντίστοιχα. Σάπισαν και πετάχτηκαν 10 εκατομμύρια πορτοκάλια αξίας 2.500.000 δρχ και 20.000.000 πορτοκάλια αξίας 2.600.000 δρχ.
Όλα αυτά συνέβαλαν τα μέγιστα στο να καταστεί σπουδαία τότε η θέση των εσπεριδοκαλλιεργητών στη κοινωνία της Χίου. Ο πλούτος και η πολυτέλεια της ζωής τους έφτανε μάλιστα στη σφαίρα του μύθου.

 

Μαρασμός
Κατά τη δεκαετία του 1930 το κράτος αρχίζει να ενδιαφέρεται σοβαρά επιβάλλοντας αυστηρή εποπτεία στην ποιότητα και τη συσκευασία, αλλά και αυστηρές κυρώσεις εναντίον των εξαγωγέων που δεν τηρούν τους όρους της καλής διαλογής και συσκευασίας. Το 1939 τα πράγματα βελτιώνονται, αλλά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αλλάζει τα πάντα και μαζί θα κλείσουν σταδιακά σχεδόν όλες οι παραδοσιακές αγορές. Το 1946 γίνονται πάλι προσπάθειες για εξαγωγές, αλλά δυστυχώς οι συνθήκες του εμπορίου αλλάζουν ραγδαία. Νέες χώρες όπως το Ισραήλ, η Β. Αφρική και η Ν. Αφρική και η Αμερική κατακλύζουν τις αγορές με νέες ποικιλίες εσπεριδοειδών, ανθεκτικότερες και πιο εμπορικές.
Τα χιώτικα εσπεριδοειδή δεν μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό, οι εταιρείες που τα εξάγουν κλείνουν η μία μετά την άλλη, οι καλλιέργειες συρρικνώνονται παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες, όπως η δημιουργία εργοστασίου χυμών τη δεκαετία του 1960 από τους εφοπλιστές Αδελφούς Χανδρή με την ονομασία ΕΒΕΚ (Ελληνική Βιομηχανική Εμπορική Κτηματική). Η μονάδα αυτή αγοράστηκε το 1984 από τρεις συνεταιρισμούς εσπεριδοκαλλιεργητών του Κάμπου, που συνενώθηκαν γι’ αυτό το σκοπό ιδρύοντας τον ΑΣΕΧ (Αγροτικός Συνεταιρισμός Εσπεριδοκαλλιεργητών Χίου. Είχε δύο τμήματα, αυτό της χυμοποίησης που λειτουργούσε Δεκέμβριο – Μάρτιο και αυτό που εμφιαλώνονταν αναψυκτικά. Εκτός από τους χυμούς εξαγόταν αιθέριο έλαιο μανταρινιού, το περισσότερο στη Γερμανία, ενώ ένα μικρό μέρος σε Βιομηχανία Χυμών στην Αθήνα. Το 2008 το εργοστάσιο πουλήθηκε στην Ανώνυμη Εταιρεία Χυμοί Χίου, η οποία έχει έρθει σε ρήξη με τους εσπεριδοκαλλιεργητές καθιστώντας ακόμη και την ύπαρξη των ιδίων των περιβολιών αβέβαιη στο εγγύς μέλλον.
Τέλος, οι ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις με σκοπό την εύρεση νερού καταστρέφουν τον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής με αποτέλεσμα τα περισσότερα πηγάδια να έχουν μείνει χωρίς νερό. Σε άλλα πάλι το νερό έχει γίνει υφάλμυρο, ακατάλληλο για το πότισμα των εσπεριδοειδών.

 

Διαδικασία διαλέγματος – μέτρησης – συσκευασίας – μεταφοράς
Κατά τον μήνα Οκτώβριο οι έμποροι κατασκευάζαν κιβώτια και αγοράζαν καρπούς, κυρίως μανταρίνια, που ονομάζονταν πριμαρόλια, για να τα στείλουν με την πρώτη αποστολή εκτός νησιού. Οι συμφωνίες γίνονταν ανάλογα με την ποιότητα και το μεγέθος των καρπών. Οι τελευταίοι μεταφέρονταν με σπουδαία πλοία, όπως τα: «Τσάρος», «Ρουμανία» και «Κάρολος».
Τα μανταρίνια κόβονταν το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο(1ο και 2ο κόμμα). Τα έκοβαν οι λεγόμενοι κοφτάδες με τσιμπίδες μέχρι το πιο χαμηλό μέρος του μίσχου και τα έβαζαν σε φοντραρισμένα με λινάτσες κοφίνια, τις φόρες. Έπειτα οι φορατζίδες μετέφεραν τα κοφίνια στην αποθήκη των παραγωγών.
Έπειτα έμπειροι εργάτες, οι διαλεκτές, επέλεγαν τους καλύτερους καρπούς για το εξωτερικό. Τοποθετούνταν οι καρποί στα περιβολοκόφινα (500 μανταρίνια και λεμόνια και 250 πορτοκάλια ανάλογα με το μέγεθος στο καθένα) και μεταφέρονταν στην αποθήκη του εμπόρου ή στο πλοίο ανά 8 πάνω σε αραμπάδες για να συσκευαστούν.
Η οικοδέσποινα χάραζε τους καρπούς με ένα μαχαίρι για να μην χάνεται το μέτρημα. Οι ελαττωματικοί καρποί πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή, ενώ οι καλοί προφυλάσσονταν σε ψιλόχαρτα για να προστατευθούν. Έπειτα εργάτριες τύλιγαν τα φρούτα με χαρτί και τα έριχναν στα ζεμπίλια χωρισμένα σε 3 μεγέθη και μετά τα παρέδιδαν στις στιβαδώρες. Οι λεγόμενοι κασαδώροι κατασκεύαζαν τα κιβώτια και τα χώριζαν ανάλογα με τον αριθμό που χωρούσαν σε εκατοστάρικα, σε ογδοντάρια και σε εξηντατεσσάρια. Οι βεργωτές κάρφωναν βεργιές στα κιβώτια.
Έπειτα μάρκαραν τα κιβώτια με τον αριθμό των καρπών (64, 80 & 100), την ποιότητα (Α ή ΑΑ), το είδος (μανταρίνια, λεμόνια, πορτοκάλια) γραμμένα στη γλώσσα της χώρας προορισμού. Τέλος, σημείωναν το όνομα της πόλης ή της χώρας προορισμού (Βάρνα, Οδησσός). Αυτά σημειώνονταν στα πλάγια του κιβωτίου, ενώ στο πάνω μέρος έμπαινε η στάμπα της εταιρείας. Οι τσίγκοι για τις στάμπες ονομάζονταν αντρέσσες και τα έτοιμα κιβώτια δένονταν ανά τρία σε ένα δέμα.

 

 

Πηγές:
1) Μουτσάτσου Γιώργου, «Στο δάσος των εσπερειδοειδών», Το όνομα τουπεριβολιού Κάμπος, Αθήνα, χ. χ. , σσ. 203-225.2)AdTestevuide, Το νησί της Χίου, Κείμενο και σχέδια από το περιοδικό LeTourduMonde 1877, Μετάφραση: Μαρία – Ευγενία & Νίκος Πλατής, Χίος 2003. 3) Τσόκου Θεοδοσίου Ιωαν. , Διευθυντού – Δημοδιδασκάλου Δημοτικού Σχολείου Α΄ Κάμπου Χίου 1950, Χιακόν Ημερολόγιον, Ιστορικά γεγονότα της νήσου Χίου και του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, Αθήναι 2012.

 

 

 Γράφουν: οι Μαθητές Τζήκας Χαράλαμπος, Ράλλης Γεώργιος, Πυλιώτης Ματθαίος και Τριπολίτης Πέτρος

Επιβλέπων: ο Καθηγητής κ. Καρατζάς Κων/νος

 

 

 

 

 

 

 

 

12

unnamed

image

12

12

Newsletter