ΑΡΘΡΑ

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ Κ. ΑΛΕΞΗ ΤΣΙΠΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΝΕΣΤΗ

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017 17:09
Εκτύπωση

Image and video hosting by TinyPicΕξοχώτατε κύριε Πρωθυπουργέ,

αγαπητέ σύντροφε Αλέξη,

'Οταν θα διαβάζεις τούτο το γράμμα, σίγουρα θα έχεις σβήσει τα κεράκια της τούρτας για τα δυό πρώτα χρόνια σου ως Πρωθυπουργός.

Σκέφτηκα να σου στείλω ένα δωράκι για την επέτειο, αλλά πού λεφτά για κάτι τέτοιο;

Επειδή λένε ότι, τα όνειρά μας καλό είναι να τα μοιραζόμαστε με φίλους και γνωστούς, αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σου ένα όνειρο που είδα πριν λίγες μέρες.

Όνειρο περίεργο που δεν θέλει δα και ονειροκρίτη για να δούμενε ήντα θε να πει.

Είδα Αλέξη μου μια κυρία να κάθεται σε ένα παγκάκι και να μωρολογεί σαν ξεμωραμένη. Είχενε τα χάλια της. Από λύπηση, αλλά και περιέργεια, επήγα κοντά της. Τη ρώτησα διακριτικά τί έχει και αν θέλει κάποια βοήθεια. Διστακτικά μου έκαμε τόπο για να κάτσω δίπλα της και ήρχισενε να μου λε την ιστορία της.

Στα χέρια της κρατούσε μια τσάντα και ένα άλμπουμ με φωτογραφίες. Έδειχναν την ίδια με πρώην αρραβωνιαστικούς της.'Οπως μου εξήγησε όλοι την είχανε κουράσει και απογοητεύσει. Γι' αυτό και τους χώρισε. Χώρισε τον Κώστα τον καλοφαγά που συνέχεια έδειχνε κουρασμένος και βαριεστημένος. Χώρισε τον επόμενο, τον Γιώργο που το έπαιζε μέγας σοσιαλιστής και ξημεροβραδιαζότανε στα γυμναστήρια. Το ίδιο έγινε και με τον Αντώνη που, όπως και οι προηγούμενοι, ήτανε από καλή οικογένεια αλλά με έμμονες ιδέες και λίγο κουραστικός.

Όλοι της γύρευαν λεφτά. Όλοι της έκαναν τσιγκουνιές και, επί πλέον, της ζητούσαν συνέχεια να περιορίσει τα έξοδα. Εκείνη όμως είχε μάθει διαφορετικά.

Μη αντέχοντας πια αυτήν την κατάσταση, είπε να πάρει των οματιών της.

Απογοητευμένη, απελπισμένη, κακοπορεμένη και χωρίς να ξέρει κι η ίδια τί θέλει, εβγήκενε στους δρόμους. Ούτε που ήξερενε πού πά και τί γυρεύει.

Ξαφνικά, εκεί που περπατούσε αδιάφορη για όλα, ακού πίσω της μια γλυκιά αντρικιά φωνή να λέει: “Κουκλάρα μου εσύ...”. Από περιέργεια εγύρισενε να δει ποιός το λε και σε ποιά κοπελίτσα. Δίπλα της και πίσω της δεν υπήρχενε ψυχή. Μόνο ο νεαρός με τη γλυκιά μελωδική φωνή.

- Νεαρέ μου, ρωτά η κυρία, εμένα είπες κουκλάρα;

- Ναι μανάρι μου, απαντά αυτός, και συμπληρώνει:

- Ζαχαροπλάστης ήτανε ο μπαμπάς σου;

Σέκος η κυρία. Τέζα...

Όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκότανε μέσα σ' ένα φαρμακείο όπου την πήγανε για να συνεφέρει. Της εξηγήσανε ότι είχενε λιγοθυμίσει. Το λόγο τον εκατάλαβε αμέσως μόλις είδενε από πάνω της τον όμορφο νεαρό. Στ΄αυτιά της ακόμα ακουγότανε τα γλυκόλογά του. Τέτοια λόγια δεν της είχενε πει κανένας άλλος πλην κάποιου που τον έλεγαν Αντρέα, αλλά πριν δεκαετίες.

΄Ομως, τούτος εδώ, ήτανε το κάτι άλλο. Σωστός κούκλος, με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα μαύρο τσουλούφι μέχρι το κούτελό του. Με κόπο ρώτησε η κυρία:

- Ποιός είσαι; Πώς σε λένε; Τί θέλεις από μένα;

- Αλέξη με λένε ωραία μου κυρία, μου αρέσεις και θέλω να σε κάνω ευτυχισμένη...

Η κυρία με δυσκολία απόφυγε τη δεύτερη λιγοθυμία. Ο νέος αρραβώνας όμως ήτανε γεγονός. Έτσι άρχισε μια περίεργη ιστορία που την κυρία μας την έκανε να πλέει σε πελάγη ευτυχίας.

Στην αρχή ούτε που την πείραξε που ο Αλέξης της ζήτησε να βάλει πλάτη με τη σύνταξή της μιάς και τα έξοδά τους ήτανε πολλά. Άλλωστε και οι πρώην τα ίδια της έλεγαν και τα ίδια ζητούσανε. Όμως, δεν είχαν το λέγειν και τη λεβεντιά τούτου.

   Ακόμη και τα ενοίκια από μια γκαρσονιέρα που είχε η κυρία τα χαλάλισε για τον έρωτά της. Το πράγμα άρχισε να ζορίζει όταν χρειάστηκε να πουληθεί το πατρικό της στο χωριό για κάποια χρέη και όταν χαλάσανε και τις λίγες χρυσές λίρες που είχενε η κυρία για έκτακτη ανάγκη. Τούτο το τελευταίο διάστημα, για να βγούνε τα έξοδα, συμπληρώνουνε και από τις λιγοστές καταθέσεις που είχε η ίδια στην Τράπεζα.

Την κυρία, την έπιασε πλέον απελπισία και πανικός. Τί θα γίνει αν όντως της τύχει καμιά αναποδιά; Πώς θα τα βγάλει πέρα; ΄Ετσι βγήκε ξανά στους δρόμους θλιμένη, ανήσυχη και πιεσμένη. Όσο μου έλεγε το πάθημά της (σου θυμίζω Αλέξη ότι αυτά όλα τα είδα στον ύπνο μου), ανοίγει την τσάντα της και βγάζει από μέσα ένα παλιό χαρτονόμισμα.

-Ξέρεις μου λέει τί είναι τούτο; Μήπως το γνωρίζεις;

-Βέβαια και ξέρω, της απαντώ. Ήμουνα μικρός όταν κυκλοφόρησε λίγο μετά το φευγό των Γερμανών από την Ελλάδα το 1944. Είναι το χαρτονόμισμα των εκατόν δισεκατομμυρίων δραχμών. Εμείς, της λέω, στο σπίτι είχαμενε κάμποσα τέτοια. Ο πατέρας μου ήτανε δισεκατομμυριούχος όπως και άλλοι.

΄Ολοι τότε, την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, είχαμενε μάτσο τέτοια κουρελόχαρτα που επάνω εγράφανε 500 χιλιάδες δρχ., ένα έκατομμύριο δρχ, πέντε εκατομμύρια, διακόσια, πεντακόσια εκατομμύρια, δύο δισεκατομμύρια, δέκα δισ και εφθάνανε τα εκατό δισεκατομμύρια!!

Θυμούμαι ακόμη ότι, ο πατέρας μου, για μια οκά ψωμί, επλήρωνενε τότε 153 εκατομμύρια δρχ. Δηλαδή, της λέω για να λαφρύνω λίγο το πράγμα, τύφλα νάχει ο Σώρρας με τα δισεκατομμύριά του.

΄Οσο εγώ μιλούσα, η κυρία έκλαιγε γοερά.

- Νά μου λέει. Αυτό φοβάμαι. Μη ξαναζήσομενε σκηνές Κατοχής με μια εξευτελισμένη δραχμή και θέμενε ξανά κάμποσα εκατομμύρια για μια φραντζόλα ψωμί ή για τα αναγκαία μας φάρμακα.

Την παρηγόρησα Αλέξη μου ότι, αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Της είπα ότι, όλοι θα βάλετενε πλάτη μπας και αποφύγομενε τα χειρότερα.

΄Ομως η κυρία δεν με άκουγε. Το μόνο που άκουσα να μουρμουρίζει ενώ έφευγε ήτανε “το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον”.

Λυπούμαι Πρωθυπουργέ μας αν σου χάλασα λιγάκι τα γενέθλια με τα γραφόμενά μου, όμως το έκαμα από ενδιαφέρον και αγάπη.

Σου εύχομαι τα καλύτερα και σε χαιρετώ με σεβασμό και εκτίμηση.

 

Ο μπάρμπα Ανέστης από τη Χίο.

αντιγραφέας Αριστείδης Ζαννίκος

Υ.Γ. Τη γυναίκα τη ρώτησα ήντα τη λένε και μου είπενε “Ελληνική κοινωνία”.