twitter youtube google

ΑΡΘΡΑ

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018 16:39
Εκτύπωση

Image and video hosting by TinyPic

Ο Θωμάς, αν και μαθητής του Χριστού, όταν Τον συνάντησε, δεν πίστεψε ότι Εκείνος που στεκόταν μπροστά του ήταν ο αναστημένος Χριστός. Γι’ αυτό και όταν του είπαν οι μαθητές, πως είδαν τον Κύριο, ο Θωμάς τους απάντησε: «Εάν δεν δω στα χέρια του το σημάδι από τα καρφιά και δεν βάλω το δάχτυλο μου στο σημάδι από τα καρφιά και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δεν θα πιστέψω» (Ιω. 20, 25).

 

Εκπλήσσει ο Θωμάς. Ο μόνος μαθητής που δεν πίστεψε. Θα μπορούσε να ήταν μάλιστα ο ίδιος, ένας πολύ καλός εμπειρικός φιλόσοφος. Ο κατεξοχήν, θα έλεγα, εμπειρικός φιλόσοφος. Τα λόγια του ταυτίζονται απόλυτα με το «esse est percipi» (η ύπαρξη είναι η αντίληψη) του G. Berkeley. Δηλαδή, τί μας λέει με λίγα λόγια το Θωμάς; Αυτό που λένε οι εμπειρικοί φιλόσοφοι∙ αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη των πραγμάτων μέσω των αισθήσεων. Δεν διαφέρει ο Θωμάς από τον Berkeley ή τον Hume. Το λέει ξεκάθαρα. Αν δεν δω δεν πιστεύω. Ήθελε αποδείξεις, να αγγίξει τα σημάδια στο σώμα του Χριστού, αν δει τις πληγές. Μόνο τότε ομολογεί «ο Κύριος μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20, 29). Και τί του απαντάει ο Χριστός; «Επειδή με είδες, πίστεψες. Μακάριοι είναι εκείνοι ποτ δεν με είδαν και όμως με πίστεψαν». Σαν να του λέει του Θωμά, λοιπόν, αν δεν με έβλεπες, δεν θα με πίστευες.

 

Αποδείξεις ήθελε και ο Άνσελμος. Αποδείξεις ήθελε και ο Descartes. Και οι δύο προσέγγισαν τον Θεό μέσα από μία οδό που είναι εντελώς ξένη με την οδό των Πατέρων της Ανατολής, την οποία θα δούμε στη συνέχεια. Δεν άντεξαν οι παραπάνω το βάρος της βεβαίωσης διά της πίστεως. Ποια πίστη; Εδώ, ή θα αποδείξουμε ότι υπάρχει Θεός με βάση τη λογική, με βάση μεθόδους μαθηματικές, επαγωγικές ή δεν υπάρχει. Και πρέπει να υπάρχει, γιατί η λογική το επιτάσσει. Τη λογική εξύψωσαν οι παραπάνω. Αυτή ήταν η οδός της Δύσης. Πήρε τη φιλοσοφία και την χρησιμοποίησε αμιγώς στα μεταφυσικά θέματα.

 

Ο Άνσελμος και ο Descartes, βασίστηκαν στην ιδέα του τέλειου όντος για να αποδείξουν την ύπαρξη του Θεού. Ο Άνσελμος στο οντολογικό του επιχείρημα κάνει λόγο για το τελειότερο ον που είναι ο Θεός. Ο Descartes, στο βιβλίο του, «Στοχασμοί της πρώτης φιλοσοφίας», στον τρίτο στοχασμό αναπτύσσει το οντολογικό επιχείρημα, όπου επιχειρεί να αποδείξει ότι ο Θεός υπάρχει. Μιλάει για έναν τέλειο Θεό, όπως ο Άνσελμος. Και μας λέει πως αφού η τελειότητα ανήκει στον Θεό και αφορά την ύπαρξη του, άρα υπάρχει. Γιατί πρέπει για να πιστέψει κάποιος στον Θεό, να αποδειχτεί η ύπαρξη Του; Υπάρχει ένα ενδιαφέρον θεώρημα, το θεώρημα μη πληρότητας του Godel, σύμφωνα με το οποίο ό,τι δεν αποδεικνύεται δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθές.

 

Και έρχεται η σοφία των Πατέρων, που απέχει από μεθόδους, επιχειρήματα, που αποδεικνύουν τον Θεό και αναδεικνύουν την πίστη, την «τήν ὄντως βεβαίαν καί ἄπτωτον τῶν θείων πληροφορίαν», όπως σημειώνει στη «Μυσταγωγία» ο Μάξιμος Ομολογητής. Οι Πατέρες μίλησαν για τον Θεό μέσα από δύο οδούς∙ την καταφατική και την αποφατική. Η πρώτη αναφέρεται στην προσιτή, γνωστή όψη του Θεού, ενώ η δεύτερη στην απρόσιτη και ακατάληπτη. Και οι δύο όμως ξεκινούν από την ίδια βάση. Ο Θεός γνωρίζεται εμπειρικά και όχι νοησιαρχικά.

 

Θα σταθώ στην αποφατική οδό. Ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, γράφει, σχετικά με την οδό αυτή, πως «εξάγει την ψυχή από ό,τι συγγενεύει με τη φύση της». Τί εννοεί; Όπως γράφει αλλού, εννοεί την παραίτηση από τις αισθήσεις, τις ενέργειες του νου, τα αισθητά νοητά κ.τ.λ. Αυτή η οδός αποτελεί την αρνητική εκδοχή της κατάφασης, αν μπορώ να το πω έτσι. Έχει μία υπέρλογη αντίληψη για τον Θεό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και άλογη. Ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, θα πει μάλιστα πως την υπερουσιότητα πρέπει να την αναθέσουμε στην αγνωσία. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι ο Θεός δεν γνωρίζεται. Ο Θεός δεν αποδεικνύεται. Δεν νοείται ο Θεός∙ «οὐ νοούμενος» λέει ο Μάξιμος Ομολογητής.

 

Δεν είναι εύκολη υπόθεση η πίστη. Θέλει μαγκιά για να πιστέψεις σε κάτι που δεν έχεις δει και δεν μπορείς προσεγγίσει με τις αισθήσεις σου. Όσο σίγουρος είσαι για την ύπαρξη του Θεού, τόσο βέβαιος μπορείς να γίνεις για την ανυπαρξία Του. Κι αυτό το τελευταίο, στη θεολογική γλώσσα, είναι αλήθεια∙ ο Θεός δεν υπάρχει. Από τη στιγμή που ο ανθρώπινος νους αναζητά να βρει όρους, λέξεις και σχήματα για να τα προσδώσει στον Θεό, να χρησιμοποιήσει δηλαδή κάθε κτιστό μέσο για να το «ταιριάξει» στον Θεό, έχει αποτύχει. Δεν συλλαμβάνεται το ασσύληπτο. Ο Θεός δεν υπάρχει. Δεν Του ταιριάζει το είναι, αλλά το «μη είναι», όπως θα πει ο Μάξιμος Ομολογητής.

 

Όταν ξεφύγει κάποιος από τον φολκλορικό αναχρονισμό που απεμπολεί την πνευματικότητα των μυστηρίων, και διεισδύσει στο βάθος του νοήματος της λειτουργικής συνύπαρξης και του μεταφυσικού οπτιμισμού που προκύπτει από το γεγονός της χριστιανικής ταυτότητας, έχω την αίσθηση πως θα εισέλθει ή θα αρχίσει να εισέρχεται στην ουσία των γεγονότων. Πιστεύω πως στην εκκλησία, αν όχι τις περισσότερες φορές, απέχουμε από βιώματα ουσίας, βάθους, οντολογίας. Πολλές φορές ο Χριστός αντικαθιστάται από πρόσωπα, η τιμή από την λατρεία, η πίστη από την συνήθεια. Πολύ δύσκολη υπόθεση η πίστη. Καταργεί τα μεταφυσικά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου ή προσθέτει νέες αγωνίες, πιο τραγικές, πιο ανένταχτες;

 

Στον χώρο της εκκλησίας, έχουμε μάθει να θεωρούμε πως εμείς οι χριστιανοί πιστεύουμε. Κι ενώ την ίδια στιγμή, φτάνουμε στο σημείο να διαρρηγνύουμε τα ιμάτια μας όταν νιώθουμε πως προσβάλλεται η εικόνα μας, η πίστη μας, αφαιρούμε από τους άλλους το δικαίωμα να πιστεύουν ή να μάθουν να πιστεύουν. Το έχω ξαναγράψει και δεν θα πάψω ποτέ να το σημειώνω, πως εμείς είμαστε οι καλύτεροι, οι σεσωσμένοι, εμείς τρέχουμε σε κάθε χτύπο της καμπάνας, τρέχουμε να γίνουμε αρεστοί, είμαστε οι κατεξοχήν ευσεβείς, ηθικοί, χωρίς όμως Χριστό.

 

Έχουμε εξορίσει τον Χριστό και στη θέση του ενθρονίσαμε την ηθική. Η πίστη είναι δική μας υπόθεση και δεν τη δίνουμε ούτε στους αθεϊστές, τη στιγμή μάλιστα που ένα μέρος αθεϊστών έχει τις καλύτερες προϋποθέσεις να γίνουν φίλοι του εραστού Νυμφίου, αν τους γνωριστεί ο Θεός από υποψιασμένους θεολόγους και κληρικούς. Τελικά, η πίστη είναι προνόμιο των λίγων; Κι όσοι βρίσκονται μέσα στην εκκλησία, όλοι πιστεύουν; Ορισμένοι λειτουργοί του Υψίστου πιστεύουν πραγματικά στον Χριστό ή μήπως ο Χριστός κρύφτηκε από φόβο;

 

 

 

 

ΓΡΑΦΕΙ: ο Ηρακλής Αθ. Φίλιος

 

Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

 

 

 

 

 

Image and video hosting by TinyPic

Newsletter